ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΤΗΣ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗΣ
(Συνολικός αριθμός: 302 = 253+40+9)
Μετοχή ρήμα απλό ρήμα Σημασία και όροι, φράσεις ή παραδείγματα χρήσης Έκδ.
αναγεγραμμένος αναγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει αναγραφεί (γραφεί επάνω σε κάποιο αντικείμενο ή μέσο), αναγραμμένος

αναγεγραμμένο όνομα
αναγεγραμμένη τιμή

1
ανακεκλημένος ανακαλούμαι καλούμαι (-έο-) = αυτός που έχει ανακληθεί (έχει κληθεί να επιστρέψει από χώρο ή κατάσταση ή έχει ακυρωθεί)
2
αναλελυμένος αναλύομαι λύομαι = αυτός που έχει αναλυθεί (μελετηθεί/ επεξηγηθεί λεπτομερώς)

πλήρως αναλελυμένος

1
αναμεμιγμένος αναμίγνυμαι μίγνυμαι = αυτός που έχει αναμειχθεί, αυτός που έχει εμπλακεί

αναμεμιγμένος σε σκάνδαλο.

1
αναπεπταμένος αναπετάννυμαι πετάννυμαι = αυτός που έχει αναπετασθεί (απλωθεί)

αναπεπταμένη σημαία

2
ανασυνδεδεμένος ανασυνδέομαι δέομαι = αυτός που έχει ανασυνδεθεί 
1
ανατεθειμένος ανατίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει ανατεθεί

ανατεθειμένη παραγγελία, 
ανατεθειμένο έργο

1
ανατεθραμμένος ανατρέφομαι τρέφομαι = αυτός που έχει ανατραφεί
2
ανεγνωρισμένος αναγνωρίζομαι γνωρίζομαι = αυτός που έχει αναγνωρισθεί, αναγνωρισμένος

ανεγνωρισμένη σχολή, 
ανεγνωρισμένο πτυχίο, 
ανεγνωρισμένη προϋπηρεσία

1
ανειλημμένος αναλαμβάνομαι λαμβάνομαι = αυτός που έχει αναληφθεί

ανειλημμένη υποχρέωση, 
ανειλημμένη ευθύνη, 
ανειλημμένα ποσά

1
ανεπτυγμένος αναπτύσσομαι πτύσσομαι = αυτός που έχει αναπτυχθεί, έχει ανάπτυξη

ανεπτυγμένη χώρα, 
ανεπτυγμένη συνάρτηση, 
ανεπτυγμένη αίσθηση

1
ανεστραμμένος αναστρέφομαι στρέφομαι = αυτός που έχει αναστραφεί, αναποδογυρισμένος

ανεστραμμένο σχήμα, 
ανεστραμμένη πολικότητα, 
ανεστραμμένη θερμοβαθμίδα

1
ανηγμένος ανάγομαι άγομαι = αυτός που έχει αναχθεί

ανηγμένη μεταβολή, 
ανηγμένη δύναμη
ανηγμένη κλίμακα

2
ανηρτημένος αναρτώμαι αρτώμαι = αυτός που έχει αναρτηθεί

ανηρτημένος κατάλογος, 
ανηρτημένη πινακίδα

1
αντεστραμμένος αντιστρέφομαι στρέφομαι = αυτός που έχει αντιστραφεί

αντεστραμμένοι ρόλοι, 
αντεστραμμένοι όροι, 
αντεστραμμένο κλάσμα

1
αντιγεγραμμένος αντιγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει αντιγραφεί

αντιγεγραμμένο κείμενο

1
απεγκατεστημένος,
αποεγκατεστημένος
εγκαθιστώμαι
εγκαθίσταμαι
-ιστώμαι (-άο-)
ίσταμαι
= αυτός που έχει απεγκατασταθεί (ή αποεγκατασταθεί)

απεγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)

1
απεγνωσμένος απογιγνώσκομαι γιγνώσκομαι = αυτός που έχει περιέλθει σε απόγνωση

απεγνωσμένη προσπάθεια, 
απεγνωσμένη φωνή

1
απεσταλμένος αποστέλλομαι στέλλομαι = αυτός που έχει αποσταλεί

ειδικός απεσταλμένος, 
απεσταλμένη επιστολή, 
απεσταλμένο δέμα

1
απευθυσμένος απευθύνομαι ευθύνομαι = αυτός που έχει απευθυσθεί

απευθυσμένο έντερο = 
το απευθυσμένο

3
απηλλαγμένος απαλλάσσομαι αλλάσσομαι = αυτός που έχει απαλλαχθεί

απηλλαγμένος από τη γυμναστική, απηλλαγμένος από τις κατηγορίες

1
απηλπισμένος απελπίζομαι ελπίζομαι = αυτός που έχει απελπισθεί

απηλπισμένη φωνή, 
απηλπισμένη ενέργεια

1
απηρχαιωμένος απαρχαιούμαι αρχαιούμαι (*) = αυτός που έχει απαρχαιωθεί

απηρχαιωμένος όρος, 
απηρχαιωμένη συνήθεια 

1
απηυδημένος, απηυδισμένος απαυδώ
(απαυδώμαι)
αυδώ (-άο-)
(αυδώμαι)
= αυτός που έχει απαυδήσει (που έχει χάσει τη φωνή του), που έχει κουραστεί, εξουθενωμένος
1
αποβεβλημένος αποβάλλομαι βάλλομαι = αυτός που έχει αποβληθεί
1
απογεγραμμένος απογράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει απογραφεί, απογραμμένος

απογεγραμμένος κάτοικος

1
αποδεδειγμένος αποδεικνύομαι δεικνύομαι,
δείκνυμαι
= αυτός που έχει αποδειχθεί

είναι αποδεδειγμένο, 
αποδεδειγμένα (επίρρ.)

1
αποδιηγερμένος αποδιεγείρομαι εγείρομαι = αυτός που έχει αποδιεγερθεί

αποδιηγερμένη ενεργειακή κατάσταση (ενός ατόμου), 
αποδιηγερμένος ηλεκτρονόμος

1
αποκατεστημένος αποκαθιστώμαι,
αποκαθίσταμαι
-ιστώμαι (-άο-),
ίσταμαι
= αυτός που έχει αποκατασταθεί

καλά αποκατεστημένος = εξασφαλισμένος (οικονομικά, εργασιακά κτλ.), νοικοκυρεμένος

αποκατεστημένος = δικαιωμένος (ύστερα από βραχύχρονη ή μακρόχρονη απόρριψη ή ανυποληψία)

1
αποκεκηρυγμένος αποκηρύττομαι κηρύττομαι = αυτός που έχει αποκηρυχθεί
3
αποκεκομμένος αποκόπτομαι κόπτομαι = αυτός που έχει αποκοπεί, αποκομμένος

αποκεκομμένα = ως μέρος και όχι ως σύνολο, αποσπασματικά

1
απομεμακρυσμένος απομακρύνομαι μακρύνομαι = αυτός που έχει απομακρυνθεί

απομεμακρυσμένος συνδρομητής, 

1
απομεμονωμένος απομονούμαι μονούμαι (-όο-) = αυτός που έχει απομονωθεί, απομονωμένος
1
απονενοημένος απονοούμαι νοούμαι (-έο-) = αυτός που έχει απονοηθεί (= που βρίσκεται σε απόγνωση)

απονενοημένο διάβημα = απεγνωσμένη ενέργεια

1
αποσυνδεδεμένος αποσυνδέομαι δέομαι = αυτός που έχει αποσυνδεθεί

αποσυνδεδεμένη συσκευή (από δίκτυο, από άλλη συσκευή κτλ.)

1
αποσυντεθειμένος αποσυντίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει αποσυντεθεί

αποσυντεθειμένο πτώμα

1
αποτεθειμένος αποτίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει αποτεθεί

αποτεθειμένος οπλισμός, 
αποτεθειμένη χειροσυσκευή

1
αποτετμημένος αποτέμνομαι τέμνομαι = αυτός που έχει αποτμηθεί
1
απωθημένος απωθούμαι ωθούμαι (-έο-) = αυτός που έχει απωνηθεί, απωθημένος)

Έβγαλε τα απωθημένα του

1
αυτοδιηγερμένος αυτοδιεγείρομαι εγείρομαι = αυτός που έχει αυτοδιεγερθεί

αυτοδιηγερμένη διάταξη

1
αφηρημένος αφαιρούμαι αιρούμαι (-έο-) = αυτός που έχει αφαιρεθεί

αφηρημένα ουσιαστικά, 
αφηρημένη έννοια, 
αφηρημένη τέχνη

1
βεβαρημένος,
βεβαρυμμένος
βαρύνομαι βαρύνομαι = αυτός που έχει βαρυνθεί

βεβαρημένο ποινικό μητρώο, 
βεβαρημένο παρελθόν, 
βεβαρημένος οργανισμός

1
βεβιασμένος βιάζομαι βιάζομαι = αυτός που έχει βιασθεί

βεβιασμένη ενέργεια, 
βεβιασμένη κίνηση, 
βεβιασμένο χαμόγελο

1
βεβλαμμένος βλάπτομαι βλάπτομαι = αυτός που έχει βλαφθεί (έχει υποστεί βλάβη ή ζημιά), ζημιωμένος
1
βεβλημένος βάλλομαι βάλλομαι = αυτός που έχει βληθεί
2
γεγανωμένος γανούμαι γανούμαι (-όο-) = αυτός που έχει γανωθεί (γυαλιστεί)

μύροις γεγανωμένος

3
γεγυμνωμένος γυμνούμαι γυμνούμαι (-όο-) = αυτός που έχει γυμνωθεί

τα οστά τα γεγυμνωμένα (εκκλ.)

3
δεδηλωμένος δηλούμαι δηλούμαι (-όο-) = αυτός που έχει δηλωθεί

δεδηλωμένος εχθρός

αρχή της Δεδηλωμένης = η αρχή της πλειοψηφίας κόμματος που έχει αποδειχθεί με ψηφοφορία στη βουλή

1
δεδικασμένος δικάζομαι δικάζομαι = αυτός που έχει δικασθεί

το δεδικασμένο = ανέκκλητη δικαστική απόφαση, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί

1
δεδομένος δίδομαι δίδομαι = αυτός που έχει δοθεί

δεδομένος = θεωρούμενος ότι υπάρχει ή είναι γνωστος από την αρχή

δεδομένη κατάσταση
τα δεδομένα (ενός προβλήματος), δεδομένα, επεξεργασία δεδομένων (στην Πληροφορική)

1
δεδουλευμένος δουλεύομαι δουλεύομαι = αυτός που έχει δουλευθεί (και είναι οφειλόμενος)

δεδουλευμένα ημερομίσθια,
δεδουλευμένοι τόκοι, 
τα δεδουλευμένα

1
διαγεγραμμένος διαγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει διαγραφεί, διαγραμμένος

διαγεγραμμένο μέλος συλλόγου/κόμματος

1
διαδεδομένος διαδίδομαι δίδομαι = αυτός που έχει διαδοθεί

διαδεδομένος = ευρέως γνωστός, συχνά απαντώμενος, συνηθισμένος

1
διακεκαυμένος διακαίομαι
διακάομαι
καίομαι
κάομαι
= αυτός που έχει διακαεί

διακεκαυμένη ζώνη

1
διακεκομμένος διακόπτομαι κόπτομαι = αυτός που έχει διακοπεί

διακεκομμένη συνουσία

1
διακεκριμένος διακρίνομαι κρίνομαι = αυτός που έχει διακριθεί

διακεκριμένος επιστήμονας, 
διακεκριμένο στέλεχος

1
διαλελυμένος διαλύομαι λύομαι = αυτός που έχει διαλυθεί

διαλελυμένη οικογένεια, 
διαλελυμένη ουσία

1
διασυνδεδεμένος διασυνδέομαι δέομαι = αυτός που έχει διασυνδεθεί

διασυνδεδεμένα δίκτυα

1
διατεθειμένος διατίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει διατεθεί

Δεν είμαι διατεθειμένος να υποχωρήσω στις απαιτήσεις του

1
διατεταγμένος διατάσσομαι τάσσομαι = αυτός που έχει διαταχθεί

διατεταγμένη υπηρεσία

1
διατετιμημένος διατιμώμαι τιμώμαι = αυτός που έχει διατιμηθεί

διατετιμημένη προίκα

2
διεζευγμένος διαζευγνύομαι,
διαζεύγνυμαι
ζευγνύομαι,
ζεύγνυμαι
= αυτός που έχει διαζευχθεί, διαζευγμένος

διεζευγμένο ανδρόγυνο

1
διεσπαρμένος διασπείρομαι σπείρομαι = αυτός που έχει διασπαρεί
1
διεσταλμένος διαστέλλομαι στέλλομαι = αυτός που έχει διασταλεί

διεσταλμένη κόρη οφθαλμού

1
διεστραμμένος διαστρέφομαι στρέφομαι = αυτός που έχει διαστραφεί

διεστραμμένος εγκληματίας

1
διεφθαρμένος διαφθείρομαι φθείρομαι = αυτός που έχει διαφθαρεί

διεφθαρμένος άνθρωπος

1
διηγερμένος διεγείρομαι εγείρομαι = αυτός που έχει διεγερθεί

διηγερμένη ενεργειακή κατάσταση (ενός ατόμου), 
διηγερμένος ηλεκτρονόμος

1
διηρημένος διαιρούμαι αιρούμαι (-έο-) = αυτός που έχει διαιρεθεί

διηρημένον όλον
Γενική του διηρημένου όλου

1
διπλοεγγεγραμμένος διπλοεγγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει διπλοεγγραφεί

διπλοεγγεγραμμένος ψηφοφόρος

1
εγγεγραμμένος εγγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει εγγραφεί

εγγεγραμμένος κύκλος, εγγεγραμμένο τετράπλευρο

1
εγκαταλελειμμένος εγκαταλείπομαι λείπομαι = αυτός που έχει εγκαταλειφθεί

εγκαταλελειμμένο σπίτι,
εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο

1
εγκατεσπαρμένος εγκατασπείρομαι σπείρομαι = αυτός που έχει εγκατασπαρεί
1
εγκατεστημένος εγκαθιστώμαι
εγκαθίσταμαι
-ιστώμαι (-άο-)
ίσταμαι
= αυτός που έχει εγκατασταθεί

εγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό υπολογιστή)

1
εγκεκριμένος εγκρίνομαι κρίνομαι = αυτός που έχει εγκριθεί

εγκεκριμένος τύπος, 
εγκεκριμένο φάρμακο

1
εγνωσμένος γιγνώσκομαι γιγνώσκομαι = αυτός που έχει γνωσθεί, γνωστός, αδιαμφισβήτητος

εγνωσμένο κύρος, 
εγνωσμένη αξία

2
ειλημμένος λαμβάνομαι λαμβάνομαι = αυτός που έχει ληφθεί

ειλημμένη απόφαση

1
ειμαρμένος είμαρται (δεν απαντάται στο πρώτο πρόσωπο) μείρομαι = αυτός που έχει κληρωθεί (ληφθεί με κλήρο), πεπρωμένος, μοιραίος

ειμαρμένη: = το πεπρωμένο, η μοίρα

1
ειρημένος λέγομαι λέγομαι = αυτός που έχει λεχθεί (ρηθεί, ειπωθεί)
1
εισηγμένος εισάγομαι άγομαι = αυτός που έχει εισαχθεί

εισηγμένη μετοχή (στο χρηματιστήριο)

1
εκδεδομένος εκδίδομαι δίδομαι = αυτός που έχει εκδοθεί
1
εκλελυμένος εκλύομαι λύομαι = αυτός που έχει εκλυθεί

εκλελυμένος = ο λιποψυχήσας, απελπισμένος, εξαντλημένος

2
εκπεφρασμένος εκφράζομαι φράζομαι = αυτός που έχει εκφρασθεί

εκπεφρασμένη άποψη

1
εκτεθειμένος εκτίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει εκτεθεί

εκτεθειμένος στον άνεμο

1
εκτεταμένος εκτείνομαι τείνομαι = αυτός που έχει εκταθεί

εκτεταμένη έρευνα

1
εμπεπλεγμένος εμπλέκομαι πλέκομαι = αυτός που έχει εμπλακεί
2
εμπεριστατωμένος εμπεριστατώ -στατώ (-ίστημι) = αυτός που έχει εμπεριστατωθεί (= εξεταστεί (μελετηθεί, γίνει) με πολλή προσοχή)

εμπεριστατωμένη μελέτη

1
εναποτεθειμένος εναποτίθεμαι τίθεμαι = αυτός που έχει εναποτεθεί

εναποτεθειμένες ελπίδες

1
ενδεδειγμένος ενδεικνύομαι,
ενδείκνυμαι
δεικνύομαι,
δείκνυμαι
= αυτός που έχει ενδειχθεί

ενδεδειγμένος τρόπος,
ενδεδειγμένη ενέργεια
ενδεδειγμένη λύση

1
ενδεδυμένος ενδύομαι δύομαι = αυτός που έχει ενδυθεί

ενδεδυμένος φως ως ιμάτιον (εκκλ.)

1
ενηλλαγμένος εναλλάσσομαι αλλάσσομαι = αυτός που έχει εναλλαχθεί

ενηλλαγμένη μήτρα (μαθημ.)

1
εντεταγμένος εντάσσομαι τάσσομαι = αυτός που έχει ενταχθεί
1
εντεταλμένος εντέλλομαι τέλλομαι = αυτός που έχει ενταλεί

εντεταλμένος σύμβουλος, 
εντεταλμένος αντιπρόεδρος

1
εντεταμένος εντείνομαι τείνομαι = αυτός που έχει ενταθεί
1
εξεζητημένος εκζητούμαι ζητούμαι (-έο-) = αυτός που έχει εκζητηθεί

εξεζητημένος τρόπος
εξεζητημένη αμφίεση

1
εξημμένος εξάπτομαι άπτομαι = αυτός που έχει εξαφθεί

εξημμένα πνεύματα

1
εξηναγκασμένος εξαναγκάζομαι αναγκάζομαι = αυτός που έχει εξαναγκασθεί, εξαναγκασμένος

εξηναγκασμένη ταλάντωση

2
εξηρημένος εξαιρούμαι αιρούμαι (-έο-) = αυτός που έχει εξαιρεθεί
1
εξηρμένος εξαίρομαι αίρομαι = αυτός που έχει εξαρθεί

εξηρμένα προσόντα

1
εξηρτημένος εξαρτώμαι αρτώμαι (-άο-) = αυτός που έχει εξαρτηθεί, εξαρτημένος

εξηρτημένος (χρήστης ναρκωτικών)
εξηρτημένη πρόταση (γραμμ.)

1
εξωνημένος,
εξεωνημένος
εξωνούμαι ωνούμαι (-έο-) = αυτός που έχει εξωνηθεί
1
εξωνημένος,
εξεωνημένος
εξωνούμαι ωνούμαι (-έο-) = αυτός που έχει εξωνηθεί
1
επανειλημμένος επαναλαμβάνομαι λαμβάνομαι = αυτός που έχει επαναληφθεί

επανειλημμένη υπόμνηση
επανειλημμένως (επίρρ.)

1
επανεκδεδομένος επανεκδίδομαι δίδομαι = αυτός που έχει επανεκδοθεί
1
επανορθωμένος επανορθούμαι ορθούμαι (-όο-) = αυτός που έχει επανορθωθεί
1
επεκτεταμένος επεκτείνομαι τείνομαι = αυτός που έχει επεκταθεί

επεκτεταμένη πλευρά (μαθ.)

1
επενδεδυμένος επενδύομαι δύομαι = αυτός που έχει επενδυθεί

επενδεδυμένο κεφάλαιο

1
επηρμένος επαίρομαι αίρομαι = αυτός που έχει επαρθεί, ο οιηματίας, ο φαντασμένος, ο αλαζόνας

επηρμένο ύψος

1
επηυξημένος επαυξάνομαι αυξάνομαι = αυτός που έχει επαυξηθεί

έκδοση βελτιωμένη και επηυξημένη

2
επιβεβαρυμμένος επιβαρύνομαι βαρύνομαι = αυτός που έχει επιβαρυνθεί
1
επιβεβλημένος επιβάλλομαι βάλλομαι = αυτός που έχει επιβληθεί

επιβεβλημένα μέτρα

1
επιγεγραμμένος επιγράφομαι γράφομαι = αυτός που έχει επιγραφεί
1
επικεκαλυμμένος επικαλύπτομαι καλύπτομαι = αυτός που έχει επικαλυφθεί
1
επικεκηρυγμένος επικηρύττομαι κηρύττομαι = αυτός που έχει επικηρυχθεί

επικεκηρυγμένος ληστής

3
επιτετραμμένος επιτρέπομαι τρέπομαι = αυτός που του έχει επιτραπεί κάποιο έργο

ο επιτετραμμένος (ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος που αναπληρώνει τον πρεσβευτή)

1
ερριμμένος ρίπτομαι ρίπτομαι = αυτός που έχει ριφθεί

Λίθοι τε και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα ουδέν χρήσιμά εστιν.

1
εσβεσμένος σβέννυμαι σβέννυμαι = αυτός που έχει σβεσθεί

εσβεσμένη άσβεστος,
εσβεσμένο ηφαίστειο

1
εσκαμμένος σκάπτομαι σκάπτομαι = αυτός που έχει σκαφθεί

υπερέβη τα εσκαμμένα = ξεπέρασε τα επιτρεπτά όρια

1
εσκεμμένος σκέπτομαι σκέπτομαι = αυτός που τον έχει κανείς σκεφθεί, σκόπιμος, προμελετημένος

εσκεμμένη ενέργεια

1
εσπευσμένος σπέυδω 
(σπεύδομαι)
σπέυδω 
(σπεύδομαι)
= αυτός που έχει σπευσθεί

εσπευσμένη ενέργεια

1
εσταυρωμένος σταυρώνομαι σταυρώνομαι = αυτός που έχει σταυρωθεί

ο Εσταυρωμένος (Χριστός)

1
εστεγασμένος στεγάζομαι στεγάζομαι = αυτός που έχει στεγασθεί

εστεγασμένος χώρος

1
εστεμμένος στέφομαι στέφομαι = αυτός που έχει στραφεί

εστεμμένος βασιλιάς

1
εστραμμένος στρέφομαι στρέφομαι = αυτός που έχει στραφεί
1
εσφαλμένος σφάλλομαι σφάλλομαι = αυτός που έχει σφαλεί

εσφαλμένη άποψη
εσφαλμένο αποτέλεσμα

1
εσφιγμένος σφίγγομαι σφίγγομαι = αυτός που έχει σφιχθεί

η μονή του Εσφιγμένου (στο Άγιο Όρος)

1
εφηρμοσμένος εφαρμόζομαι αρμόζω = αυτός που έχει εφαρμοσθεί

εφηρμοσμένη επιστήμη, 
εφηρμοσμένα Μαθηματικά

2
εφθαρμένος φθείρομαι φθείρομαι = αυτός που έχει φθαρεί

εφθαρμένο ρούχο

1
ηγαπημένος αγαπώμαι αγαπώμαι = αυτός που έχει αγαπηθεί
1
ηγιασμένος αγιάζομαι αγιάζομαι = αυτός που έχει αγιασθεί

Σάββας ο Ηγιασμένος

1
ηθελημένος εθέλω 
(εθέλομαι)
εθέλω 
(εθέλομαι)
= αυτός που έχει «θεληθεί», εσκεμμένος

ηθελημένη ενέργεια

1
ηλεγμένος ελέγχομαι ελέγχομαι = αυτός που έχει ελεγχθεί
1
ημαρτημένος αμαρτάνομαι αμαρτάνομαι = αυτός που έχει αμαρτηθεί

= εσφαλμένος, λαθεμένος, αποτυχημένος

ημαρτημένα = παροράματα, αβλεψίες (ενός βιβλίου) (λατ. errata)

1
ημιανεπτυγμένος ημιαναπτύσσομαι πτύσσομαι = αυτός που έχει ημιαναπτυχθεί
1
ηνωμένος ενούμαι ενούμαι (-όο-) = αυτός που έχει ενωθεί, ενωμένος

Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ),
Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ)
Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)

1
ηττημένος ηττώμαι ηττώμαι (-άο-) = αυτός που έχει ηττηθεί

ηττημένη ομάδα, 
οι νικητές και οι ηττημένοι

1
ηυξημένος αυξάνομαι αυξάνομαι = αυτός που έχει αυξηθεί
1
συνεχίζεται