ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΜΕΤΟΧΩΝ
ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ
ΤΗΣ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗΣ
(Συνολικός αριθμός: 302 = 253+40+9)
| Μετοχή |
ρήμα |
απλό ρήμα |
Σημασία και όροι, φράσεις ή παραδείγματα χρήσης
|
Έκδ. |
| αναγεγραμμένος |
αναγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει αναγραφεί (γραφεί
επάνω σε κάποιο αντικείμενο ή μέσο), αναγραμμένος
αναγεγραμμένο όνομα
αναγεγραμμένη τιμή |
1
|
| ανακεκλημένος |
ανακαλούμαι |
καλούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει ανακληθεί (έχει
κληθεί να επιστρέψει από χώρο ή κατάσταση ή έχει ακυρωθεί) |
2
|
| αναλελυμένος |
αναλύομαι |
λύομαι |
= αυτός που έχει αναλυθεί (μελετηθεί/
επεξηγηθεί λεπτομερώς)
πλήρως αναλελυμένος |
1
|
| αναμεμιγμένος |
αναμίγνυμαι |
μίγνυμαι |
= αυτός που έχει αναμειχθεί, αυτός
που έχει εμπλακεί
αναμεμιγμένος σε σκάνδαλο. |
1
|
| αναπεπταμένος |
αναπετάννυμαι |
πετάννυμαι |
= αυτός που έχει αναπετασθεί (απλωθεί)
αναπεπταμένη σημαία |
2
|
| ανασυνδεδεμένος |
ανασυνδέομαι |
δέομαι |
= αυτός που έχει ανασυνδεθεί |
1
|
| ανατεθειμένος |
ανατίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει ανατεθεί
ανατεθειμένη παραγγελία,
ανατεθειμένο έργο |
1
|
| ανατεθραμμένος |
ανατρέφομαι |
τρέφομαι |
= αυτός που έχει ανατραφεί |
2
|
| ανεγνωρισμένος |
αναγνωρίζομαι |
γνωρίζομαι |
= αυτός που έχει αναγνωρισθεί,
αναγνωρισμένος
ανεγνωρισμένη σχολή,
ανεγνωρισμένο πτυχίο,
ανεγνωρισμένη προϋπηρεσία |
1
|
| ανειλημμένος |
αναλαμβάνομαι |
λαμβάνομαι |
= αυτός που έχει αναληφθεί
ανειλημμένη υποχρέωση,
ανειλημμένη ευθύνη,
ανειλημμένα ποσά |
1
|
| ανεπτυγμένος |
αναπτύσσομαι |
πτύσσομαι |
= αυτός που έχει αναπτυχθεί, έχει
ανάπτυξη
ανεπτυγμένη χώρα,
ανεπτυγμένη συνάρτηση,
ανεπτυγμένη αίσθηση |
1
|
| ανεστραμμένος |
αναστρέφομαι |
στρέφομαι |
= αυτός που έχει αναστραφεί, αναποδογυρισμένος
ανεστραμμένο σχήμα,
ανεστραμμένη πολικότητα,
ανεστραμμένη θερμοβαθμίδα |
1
|
| ανηγμένος |
ανάγομαι |
άγομαι |
= αυτός που έχει αναχθεί
ανηγμένη μεταβολή,
ανηγμένη δύναμη
ανηγμένη κλίμακα |
2
|
| ανηρτημένος |
αναρτώμαι |
αρτώμαι |
= αυτός που έχει αναρτηθεί
ανηρτημένος κατάλογος,
ανηρτημένη πινακίδα |
1
|
| αντεστραμμένος |
αντιστρέφομαι |
στρέφομαι |
= αυτός που έχει αντιστραφεί
αντεστραμμένοι ρόλοι,
αντεστραμμένοι όροι,
αντεστραμμένο κλάσμα |
1
|
| αντιγεγραμμένος |
αντιγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει αντιγραφεί
αντιγεγραμμένο κείμενο |
1
|
απεγκατεστημένος,
αποεγκατεστημένος |
εγκαθιστώμαι
εγκαθίσταμαι |
-ιστώμαι (-άο-)
ίσταμαι |
= αυτός που έχει απεγκατασταθεί
(ή αποεγκατασταθεί)
απεγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό
υπολογιστή) |
1
|
| απεγνωσμένος |
απογιγνώσκομαι |
γιγνώσκομαι |
= αυτός που έχει περιέλθει σε
απόγνωση
απεγνωσμένη προσπάθεια,
απεγνωσμένη φωνή |
1
|
| απεσταλμένος |
αποστέλλομαι |
στέλλομαι |
= αυτός που έχει αποσταλεί
ειδικός απεσταλμένος,
απεσταλμένη επιστολή,
απεσταλμένο δέμα |
1
|
| απευθυσμένος |
απευθύνομαι |
ευθύνομαι |
= αυτός που έχει απευθυσθεί
απευθυσμένο έντερο =
το απευθυσμένο |
3
|
| απηλλαγμένος |
απαλλάσσομαι |
αλλάσσομαι |
= αυτός που έχει απαλλαχθεί
απηλλαγμένος από τη γυμναστική, απηλλαγμένος από
τις κατηγορίες |
1
|
| απηλπισμένος |
απελπίζομαι |
ελπίζομαι |
= αυτός που έχει απελπισθεί
απηλπισμένη φωνή,
απηλπισμένη ενέργεια |
1
|
| απηρχαιωμένος |
απαρχαιούμαι |
αρχαιούμαι (*) |
= αυτός που έχει απαρχαιωθεί
απηρχαιωμένος όρος,
απηρχαιωμένη συνήθεια |
1
|
| απηυδημένος, απηυδισμένος |
απαυδώ
(απαυδώμαι) |
αυδώ (-άο-)
(αυδώμαι) |
= αυτός που έχει απαυδήσει (που
έχει χάσει τη φωνή του), που έχει κουραστεί, εξουθενωμένος |
1
|
| αποβεβλημένος |
αποβάλλομαι |
βάλλομαι |
= αυτός που έχει αποβληθεί |
1
|
| απογεγραμμένος |
απογράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει απογραφεί, απογραμμένος
απογεγραμμένος κάτοικος |
1
|
| αποδεδειγμένος |
αποδεικνύομαι |
δεικνύομαι,
δείκνυμαι |
= αυτός που έχει αποδειχθεί
είναι αποδεδειγμένο,
αποδεδειγμένα (επίρρ.) |
1
|
| αποδιηγερμένος |
αποδιεγείρομαι |
εγείρομαι |
= αυτός που έχει αποδιεγερθεί
αποδιηγερμένη ενεργειακή κατάσταση (ενός
ατόμου),
αποδιηγερμένος ηλεκτρονόμος |
1
|
| αποκατεστημένος |
αποκαθιστώμαι,
αποκαθίσταμαι |
-ιστώμαι (-άο-),
ίσταμαι |
= αυτός που έχει αποκατασταθεί
καλά αποκατεστημένος = εξασφαλισμένος (οικονομικά,
εργασιακά κτλ.), νοικοκυρεμένος
αποκατεστημένος = δικαιωμένος
(ύστερα από βραχύχρονη ή μακρόχρονη απόρριψη ή ανυποληψία) |
1
|
| αποκεκηρυγμένος |
αποκηρύττομαι |
κηρύττομαι |
= αυτός που έχει αποκηρυχθεί |
3
|
| αποκεκομμένος |
αποκόπτομαι |
κόπτομαι |
= αυτός που έχει αποκοπεί, αποκομμένος
αποκεκομμένα = ως μέρος και όχι ως σύνολο,
αποσπασματικά |
1
|
| απομεμακρυσμένος |
απομακρύνομαι |
μακρύνομαι |
= αυτός που έχει απομακρυνθεί
απομεμακρυσμένος συνδρομητής, |
1
|
| απομεμονωμένος |
απομονούμαι |
μονούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει απομονωθεί, απομονωμένος |
1
|
| απονενοημένος |
απονοούμαι |
νοούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει απονοηθεί (=
που βρίσκεται σε απόγνωση)
απονενοημένο διάβημα = απεγνωσμένη ενέργεια |
1
|
| αποσυνδεδεμένος |
αποσυνδέομαι |
δέομαι |
= αυτός που έχει αποσυνδεθεί
αποσυνδεδεμένη συσκευή (από δίκτυο, από
άλλη συσκευή κτλ.) |
1
|
| αποσυντεθειμένος |
αποσυντίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει αποσυντεθεί
αποσυντεθειμένο πτώμα |
1
|
| αποτεθειμένος |
αποτίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει αποτεθεί
αποτεθειμένος οπλισμός,
αποτεθειμένη χειροσυσκευή |
1
|
| αποτετμημένος |
αποτέμνομαι |
τέμνομαι |
= αυτός που έχει αποτμηθεί |
1
|
| απωθημένος |
απωθούμαι |
ωθούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει απωνηθεί, απωθημένος)
Έβγαλε τα απωθημένα του |
1
|
| αυτοδιηγερμένος |
αυτοδιεγείρομαι |
εγείρομαι |
= αυτός που έχει αυτοδιεγερθεί
αυτοδιηγερμένη διάταξη |
1
|
| αφηρημένος |
αφαιρούμαι |
αιρούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει αφαιρεθεί
αφηρημένα ουσιαστικά,
αφηρημένη έννοια,
αφηρημένη τέχνη |
1
|
βεβαρημένος,
βεβαρυμμένος |
βαρύνομαι |
βαρύνομαι |
= αυτός που έχει βαρυνθεί
βεβαρημένο ποινικό μητρώο,
βεβαρημένο παρελθόν,
βεβαρημένος οργανισμός |
1
|
| βεβιασμένος |
βιάζομαι |
βιάζομαι |
= αυτός που έχει βιασθεί
βεβιασμένη ενέργεια,
βεβιασμένη κίνηση,
βεβιασμένο χαμόγελο |
1
|
| βεβλαμμένος |
βλάπτομαι |
βλάπτομαι |
= αυτός που έχει βλαφθεί (έχει
υποστεί βλάβη ή ζημιά), ζημιωμένος |
1
|
| βεβλημένος |
βάλλομαι |
βάλλομαι |
= αυτός που έχει βληθεί |
2
|
| γεγανωμένος |
γανούμαι |
γανούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει γανωθεί (γυαλιστεί)
μύροις γεγανωμένος |
3
|
| γεγυμνωμένος |
γυμνούμαι |
γυμνούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει γυμνωθεί
τα οστά τα γεγυμνωμένα (εκκλ.) |
3
|
| δεδηλωμένος |
δηλούμαι |
δηλούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει δηλωθεί
δεδηλωμένος εχθρός
αρχή της Δεδηλωμένης = η αρχή της πλειοψηφίας
κόμματος που έχει αποδειχθεί με ψηφοφορία στη βουλή |
1
|
| δεδικασμένος |
δικάζομαι |
δικάζομαι |
= αυτός που έχει δικασθεί
το δεδικασμένο = ανέκκλητη δικαστική απόφαση,
που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί |
1
|
| δεδομένος |
δίδομαι |
δίδομαι |
= αυτός που έχει δοθεί
δεδομένος = θεωρούμενος ότι υπάρχει ή είναι
γνωστος από την αρχή
δεδομένη κατάσταση
τα δεδομένα (ενός προβλήματος), δεδομένα,
επεξεργασία δεδομένων (στην Πληροφορική) |
1
|
| δεδουλευμένος |
δουλεύομαι |
δουλεύομαι |
= αυτός που έχει δουλευθεί (και
είναι οφειλόμενος)
δεδουλευμένα ημερομίσθια,
δεδουλευμένοι τόκοι,
τα δεδουλευμένα |
1
|
| διαγεγραμμένος |
διαγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει διαγραφεί, διαγραμμένος
διαγεγραμμένο μέλος συλλόγου/κόμματος |
1
|
| διαδεδομένος |
διαδίδομαι |
δίδομαι |
= αυτός που έχει διαδοθεί
διαδεδομένος = ευρέως γνωστός, συχνά απαντώμενος,
συνηθισμένος |
1
|
| διακεκαυμένος |
διακαίομαι
διακάομαι |
καίομαι
κάομαι |
= αυτός που έχει διακαεί
διακεκαυμένη ζώνη |
1
|
| διακεκομμένος |
διακόπτομαι |
κόπτομαι |
= αυτός που έχει διακοπεί
διακεκομμένη συνουσία |
1
|
| διακεκριμένος |
διακρίνομαι |
κρίνομαι |
= αυτός που έχει διακριθεί
διακεκριμένος επιστήμονας,
διακεκριμένο στέλεχος |
1
|
| διαλελυμένος |
διαλύομαι |
λύομαι |
= αυτός που έχει διαλυθεί
διαλελυμένη οικογένεια,
διαλελυμένη ουσία |
1
|
| διασυνδεδεμένος |
διασυνδέομαι |
δέομαι |
= αυτός που έχει διασυνδεθεί
διασυνδεδεμένα δίκτυα |
1
|
| διατεθειμένος |
διατίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει διατεθεί
Δεν είμαι διατεθειμένος να υποχωρήσω στις απαιτήσεις
του |
1
|
|
| διατεταγμένος |
διατάσσομαι |
τάσσομαι |
= αυτός που έχει διαταχθεί
διατεταγμένη υπηρεσία |
1
|
| διατετιμημένος |
διατιμώμαι |
τιμώμαι |
= αυτός που έχει διατιμηθεί
διατετιμημένη προίκα |
2
|
| διεζευγμένος |
διαζευγνύομαι,
διαζεύγνυμαι |
ζευγνύομαι,
ζεύγνυμαι |
= αυτός που έχει διαζευχθεί, διαζευγμένος
διεζευγμένο ανδρόγυνο |
1
|
| διεσπαρμένος |
διασπείρομαι |
σπείρομαι |
= αυτός που έχει διασπαρεί |
1
|
| διεσταλμένος |
διαστέλλομαι |
στέλλομαι |
= αυτός που έχει διασταλεί
διεσταλμένη κόρη οφθαλμού |
1
|
| διεστραμμένος |
διαστρέφομαι |
στρέφομαι |
= αυτός που έχει διαστραφεί
διεστραμμένος εγκληματίας |
1
|
| διεφθαρμένος |
διαφθείρομαι |
φθείρομαι |
= αυτός που έχει διαφθαρεί
διεφθαρμένος άνθρωπος |
1
|
| διηγερμένος |
διεγείρομαι |
εγείρομαι |
= αυτός που έχει διεγερθεί
διηγερμένη ενεργειακή κατάσταση (ενός ατόμου),
διηγερμένος ηλεκτρονόμος |
1
|
| διηρημένος |
διαιρούμαι |
αιρούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει διαιρεθεί
διηρημένον όλον
Γενική του διηρημένου όλου |
1
|
| διπλοεγγεγραμμένος |
διπλοεγγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει διπλοεγγραφεί
διπλοεγγεγραμμένος ψηφοφόρος |
1
|
| εγγεγραμμένος |
εγγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει εγγραφεί
εγγεγραμμένος κύκλος, εγγεγραμμένο τετράπλευρο |
1
|
| εγκαταλελειμμένος |
εγκαταλείπομαι |
λείπομαι |
= αυτός που έχει εγκαταλειφθεί
εγκαταλελειμμένο σπίτι,
εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο |
1
|
| εγκατεσπαρμένος |
εγκατασπείρομαι |
σπείρομαι |
= αυτός που έχει εγκατασπαρεί |
1
|
| εγκατεστημένος |
εγκαθιστώμαι
εγκαθίσταμαι |
-ιστώμαι (-άο-)
ίσταμαι |
= αυτός που έχει εγκατασταθεί
εγκατεστημένο πρόγραμμα (σε ηλεκτρονικό
υπολογιστή) |
1
|
| εγκεκριμένος |
εγκρίνομαι |
κρίνομαι |
= αυτός που έχει εγκριθεί
εγκεκριμένος τύπος,
εγκεκριμένο φάρμακο |
1
|
| εγνωσμένος |
γιγνώσκομαι |
γιγνώσκομαι |
= αυτός που έχει γνωσθεί, γνωστός,
αδιαμφισβήτητος
εγνωσμένο κύρος,
εγνωσμένη αξία |
2
|
| ειλημμένος |
λαμβάνομαι |
λαμβάνομαι |
= αυτός που έχει ληφθεί
ειλημμένη απόφαση |
1
|
| ειμαρμένος |
είμαρται (δεν απαντάται στο πρώτο
πρόσωπο) |
μείρομαι |
= αυτός που έχει κληρωθεί (ληφθεί
με κλήρο), πεπρωμένος, μοιραίος
ειμαρμένη: = το πεπρωμένο, η μοίρα |
1
|
| ειρημένος |
λέγομαι |
λέγομαι |
= αυτός που έχει λεχθεί (ρηθεί,
ειπωθεί) |
1
|
| εισηγμένος |
εισάγομαι |
άγομαι |
= αυτός που έχει εισαχθεί
εισηγμένη μετοχή (στο χρηματιστήριο) |
1
|
| εκδεδομένος |
εκδίδομαι |
δίδομαι |
= αυτός που έχει εκδοθεί |
1
|
| εκλελυμένος |
εκλύομαι |
λύομαι |
= αυτός που έχει εκλυθεί
εκλελυμένος = ο λιποψυχήσας, απελπισμένος,
εξαντλημένος |
2
|
| εκπεφρασμένος |
εκφράζομαι |
φράζομαι |
= αυτός που έχει εκφρασθεί
εκπεφρασμένη άποψη |
1
|
| εκτεθειμένος |
εκτίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει εκτεθεί
εκτεθειμένος στον άνεμο |
1
|
| εκτεταμένος |
εκτείνομαι |
τείνομαι |
= αυτός που έχει εκταθεί
εκτεταμένη έρευνα |
1
|
| εμπεπλεγμένος |
εμπλέκομαι |
πλέκομαι |
= αυτός που έχει εμπλακεί |
2
|
| εμπεριστατωμένος |
εμπεριστατώ |
-στατώ (-ίστημι) |
= αυτός που έχει εμπεριστατωθεί
(= εξεταστεί (μελετηθεί, γίνει) με πολλή προσοχή)
εμπεριστατωμένη μελέτη |
1
|
| εναποτεθειμένος |
εναποτίθεμαι |
τίθεμαι |
= αυτός που έχει εναποτεθεί
εναποτεθειμένες ελπίδες |
1
|
| ενδεδειγμένος |
ενδεικνύομαι,
ενδείκνυμαι |
δεικνύομαι,
δείκνυμαι |
= αυτός που έχει ενδειχθεί
ενδεδειγμένος τρόπος,
ενδεδειγμένη ενέργεια,
ενδεδειγμένη λύση |
1
|
| ενδεδυμένος |
ενδύομαι |
δύομαι |
= αυτός που έχει ενδυθεί
ενδεδυμένος φως ως ιμάτιον (εκκλ.) |
1
|
| ενηλλαγμένος |
εναλλάσσομαι |
αλλάσσομαι |
= αυτός που έχει εναλλαχθεί
ενηλλαγμένη μήτρα (μαθημ.) |
1
|
| εντεταγμένος |
εντάσσομαι |
τάσσομαι |
= αυτός που έχει ενταχθεί |
1
|
| εντεταλμένος |
εντέλλομαι |
τέλλομαι |
= αυτός που έχει ενταλεί
εντεταλμένος σύμβουλος,
εντεταλμένος αντιπρόεδρος |
1
|
| εντεταμένος |
εντείνομαι |
τείνομαι |
= αυτός που έχει ενταθεί |
1
|
| εξεζητημένος |
εκζητούμαι |
ζητούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει εκζητηθεί
εξεζητημένος τρόπος
εξεζητημένη αμφίεση |
1
|
| εξημμένος |
εξάπτομαι |
άπτομαι |
= αυτός που έχει εξαφθεί
εξημμένα πνεύματα |
1
|
| εξηναγκασμένος |
εξαναγκάζομαι |
αναγκάζομαι |
= αυτός που έχει εξαναγκασθεί,
εξαναγκασμένος
εξηναγκασμένη ταλάντωση |
2
|
| εξηρημένος |
εξαιρούμαι |
αιρούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει εξαιρεθεί |
1
|
| εξηρμένος |
εξαίρομαι |
αίρομαι |
= αυτός που έχει εξαρθεί
εξηρμένα προσόντα |
1
|
| εξηρτημένος |
εξαρτώμαι |
αρτώμαι (-άο-) |
= αυτός που έχει εξαρτηθεί, εξαρτημένος
εξηρτημένος (χρήστης ναρκωτικών)
εξηρτημένη πρόταση (γραμμ.) |
1
|
εξωνημένος,
εξεωνημένος |
εξωνούμαι |
ωνούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει εξωνηθεί |
1
|
εξωνημένος,
εξεωνημένος |
εξωνούμαι |
ωνούμαι (-έο-) |
= αυτός που έχει εξωνηθεί |
1
|
| επανειλημμένος |
επαναλαμβάνομαι |
λαμβάνομαι |
= αυτός που έχει επαναληφθεί
επανειλημμένη υπόμνηση
επανειλημμένως (επίρρ.) |
1
|
| επανεκδεδομένος |
επανεκδίδομαι |
δίδομαι |
= αυτός που έχει επανεκδοθεί |
1
|
| επανορθωμένος |
επανορθούμαι |
ορθούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει επανορθωθεί |
1
|
| επεκτεταμένος |
επεκτείνομαι |
τείνομαι |
= αυτός που έχει επεκταθεί
επεκτεταμένη πλευρά (μαθ.) |
1
|
| επενδεδυμένος |
επενδύομαι |
δύομαι |
= αυτός που έχει επενδυθεί
επενδεδυμένο κεφάλαιο |
1
|
| επηρμένος |
επαίρομαι |
αίρομαι |
= αυτός που έχει επαρθεί, ο οιηματίας,
ο φαντασμένος, ο αλαζόνας
επηρμένο ύψος |
1
|
| επηυξημένος |
επαυξάνομαι |
αυξάνομαι |
= αυτός που έχει επαυξηθεί
έκδοση βελτιωμένη και επηυξημένη |
2
|
| επιβεβαρυμμένος |
επιβαρύνομαι |
βαρύνομαι |
= αυτός που έχει επιβαρυνθεί |
1
|
| επιβεβλημένος |
επιβάλλομαι |
βάλλομαι |
= αυτός που έχει επιβληθεί
επιβεβλημένα μέτρα |
1
|
| επιγεγραμμένος |
επιγράφομαι |
γράφομαι |
= αυτός που έχει επιγραφεί |
1
|
| επικεκαλυμμένος |
επικαλύπτομαι |
καλύπτομαι |
= αυτός που έχει επικαλυφθεί |
1
|
| επικεκηρυγμένος |
επικηρύττομαι |
κηρύττομαι |
= αυτός που έχει επικηρυχθεί
επικεκηρυγμένος ληστής |
3
|
| επιτετραμμένος |
επιτρέπομαι |
τρέπομαι |
= αυτός που του έχει επιτραπεί
κάποιο έργο
ο επιτετραμμένος (ανώτερος διπλωματικός
υπάλληλος που αναπληρώνει τον πρεσβευτή) |
1
|
| ερριμμένος |
ρίπτομαι |
ρίπτομαι |
= αυτός που έχει ριφθεί
Λίθοι τε και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα
ουδέν χρήσιμά εστιν. |
1
|
| εσβεσμένος |
σβέννυμαι |
σβέννυμαι |
= αυτός που έχει σβεσθεί
εσβεσμένη άσβεστος,
εσβεσμένο ηφαίστειο |
1
|
| εσκαμμένος |
σκάπτομαι |
σκάπτομαι |
= αυτός που έχει σκαφθεί
υπερέβη τα εσκαμμένα = ξεπέρασε τα επιτρεπτά
όρια |
1
|
| εσκεμμένος |
σκέπτομαι |
σκέπτομαι |
= αυτός που τον έχει κανείς σκεφθεί,
σκόπιμος, προμελετημένος
εσκεμμένη ενέργεια |
1
|
| εσπευσμένος |
σπέυδω
(σπεύδομαι) |
σπέυδω
(σπεύδομαι) |
= αυτός που έχει σπευσθεί
εσπευσμένη ενέργεια |
1
|
| εσταυρωμένος |
σταυρώνομαι |
σταυρώνομαι |
= αυτός που έχει σταυρωθεί
ο Εσταυρωμένος (Χριστός) |
1
|
| εστεγασμένος |
στεγάζομαι |
στεγάζομαι |
= αυτός που έχει στεγασθεί
εστεγασμένος χώρος |
1
|
| εστεμμένος |
στέφομαι |
στέφομαι |
= αυτός που έχει στραφεί
εστεμμένος βασιλιάς |
1
|
| εστραμμένος |
στρέφομαι |
στρέφομαι |
= αυτός που έχει στραφεί |
1
|
| εσφαλμένος |
σφάλλομαι |
σφάλλομαι |
= αυτός που έχει σφαλεί
εσφαλμένη άποψη
εσφαλμένο αποτέλεσμα |
1
|
| εσφιγμένος |
σφίγγομαι |
σφίγγομαι |
= αυτός που έχει σφιχθεί
η μονή του Εσφιγμένου (στο Άγιο Όρος) |
1
|
| εφηρμοσμένος |
εφαρμόζομαι |
αρμόζω |
= αυτός που έχει εφαρμοσθεί
εφηρμοσμένη επιστήμη,
εφηρμοσμένα Μαθηματικά |
2
|
| εφθαρμένος |
φθείρομαι |
φθείρομαι |
= αυτός που έχει φθαρεί
εφθαρμένο ρούχο |
1
|
| ηγαπημένος |
αγαπώμαι |
αγαπώμαι |
= αυτός που έχει αγαπηθεί |
1
|
| ηγιασμένος |
αγιάζομαι |
αγιάζομαι |
= αυτός που έχει αγιασθεί
Σάββας ο Ηγιασμένος |
1
|
| ηθελημένος |
εθέλω
(εθέλομαι) |
εθέλω
(εθέλομαι) |
= αυτός που έχει «θεληθεί», εσκεμμένος
ηθελημένη ενέργεια |
1
|
| ηλεγμένος |
ελέγχομαι |
ελέγχομαι |
= αυτός που έχει ελεγχθεί |
1
|
| ημαρτημένος |
αμαρτάνομαι |
αμαρτάνομαι |
= αυτός που έχει αμαρτηθεί
= εσφαλμένος, λαθεμένος, αποτυχημένος
ημαρτημένα = παροράματα, αβλεψίες
(ενός βιβλίου) (λατ. errata) |
1
|
| ημιανεπτυγμένος |
ημιαναπτύσσομαι |
πτύσσομαι |
= αυτός που έχει ημιαναπτυχθεί |
1
|
| ηνωμένος |
ενούμαι |
ενούμαι (-όο-) |
= αυτός που έχει ενωθεί, ενωμένος
Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ),
Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ)
Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) |
1
|
| ηττημένος |
ηττώμαι |
ηττώμαι (-άο-) |
= αυτός που έχει ηττηθεί
ηττημένη ομάδα,
οι νικητές και οι ηττημένοι |
1
|
| ηυξημένος |
αυξάνομαι |
αυξάνομαι |
= αυτός που έχει αυξηθεί |
1
|
| συνεχίζεται
|
|
|