ΠΙΝΑΚΑΣ ΔΟΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΚΑΘΟΜΙΛΟΥΜΕΝΗΣ
(Συνολικός αριθμός δοτικών: 418 - Κ1: 31, Κ2: 344, Κ3: 24, Κ4: 19)
ΔΟΤΙΚΗ
(λέξη ή μέσα σε φράση)
Σημασία και/ή παράδειγμα χρήσης
Κατηγορία
Έκδ.
αβρόχοις ποσί(ν) = (με άβρεχτα πόδια), άκοπα ή χωρίς ζημιά, χωρίς να κοστίσει τίποτα

Πέρασε το μάθημα αβρόχοις ποσίν.

Κ2
9
αιτία = λόγω, εξαιτίας
Φράσεις: αιτία θανάτου, αιτία δωρεάς

Του χορηγήθηκε σύνταξη αιτία θανάτου.

Κ1
15
άμα τη αφίξει = με την άφιξη, τη στιγμή της άφιξης

¶μα τη αφίξει του Προέδρου, συνέβη το απρόοπτο.

Κ2
8
άμα τη εμφανίσει,
επί τη εμφανίσει
= με την εμφάνιση, μόλις εμφανιστεί ή μόλις εμφανίστηκε

= με την εμφάνιση, μόλις το εμφανίσει (επιδείξει) κανείς

Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει (σε χαρτονομίσματα) = (δραχμές) που πρέπει να καταβληθούν με την επίδειξη (του χαρτονομίσματος).

Κ2
13
ανάγκα = στην ανάγκη

ανάγκα και θεοί πείθονται.

Κ2
9
αναλώμασι = με έξοδα (του, της, των)

Πήγε στο Συνέδριο αναλώμασι της Υπηρεσίας του.

Κ2
15
ανωτέρα βία  = λόγω ανωτέρας βίας, από απροσδόκητο γεγονός (που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας)
Κ1
14
απουσία = απόντος του (της, του, των)

Απουσία του Γιώργου, το κουτσομπολιό εις βάρος του πήρε κι έδωσε.

Κ1
2
αστυνομική συνοδεία = συνοδευόμενος από αστυνομικό ή αστυνομικούς

Ο υπόδικος έφτασε στην αίθουσα αστυνομική συνοδεία

Κ1
14
άφες αυτοίς = συγχώρησέ τους, μεταφορικά: άστους, μην τους δίνεις σημασία

Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι = Πατέρα συγχώρησέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν (από το Ευαγγέλιο)

Κ3
13
άφες ημίν τα οφειλήματα ημών = συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας

(Από την κυριακή προσευχή, το «πάτερ ημών»)

Κ3
14
βάσει,

επι τη βάσει

= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με

Όλα έγιναν βάσει κανονισμού. 
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επι τηβάσει του δικού σου συμφέροντος.

Κ1
9
γαία πυρί μιχθήτω = (ας αναμειχθεί χώμα και φωτιά), ας γίνει ό,τι θέλει, ας γίνει ό,τι νά' ναι, μου (σου, του,...) είναι εντελώς αδιάφορο, αδιαφορώ (-είς, ...) πλήρως!

Ας κάνεις εσύ αυτό που θέλεις, και όσο για τους άλλους γαία πυρί μιχθήτω!

Κ2
4
γεγωνυία τη φωνή = με πολύ δυνατή φωνή, φωνάζοντας (αρχ. γέγωνα = φωνάζω δυνατά)

Απάντησε γεγωνυία τη φωνή.

Κ2
9
γνωστόν τοις πάσι,
τοις πάσι γνωστόν
= σε όλους γνωστό, πασίγνωστο (πας, παντός, παντί, πάντα, πας, πάντες, πάντων, πάσι, πάντας, πάντες)

Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.

Κ2
12
γυναιξί  = στις γυναίκες

Γυναιξί κόσμον η σιγή φέρει = Η σιωπή είναι στολίδι στις γυναίκες (Σοφοκλής).

Βλέπε και: συν γυναιξί και τέκνοις

Κ2
13
δαπάνη,
δαπάναις
= με δαπάνη, με δαπάνες, με έξοδα

Η διανυκτέρευση των επιβατών σε ξενοδοχείο έγινε δαπάναις της Ολυμπιακής

Κ2
6
δημοσία = δημοσίως

Το να είσαι φοροφυγάς δεν είναι και κατόρθωμα για να το δηλώνειςδημοσία...

Κ2
16
δημοσία δαπάνη = με δημόσια δαπάνη, με έξοδα του δημοσίου

Η κηδεία του μεγάλου ποιητή έγινε δημοσία δαπάνη

Κ2
6
δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω = δικηγόρος στον ¶ρειο Πάγο

Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω

Κ2
7
δόξα πατρί = δόξα στον πατέρα (Θεό)
δοξαπατρί = μέτωπο

1) Δόξα πατρί και υιώ και αγίω πνεύματι = Δόξα στον Πατέρα και στον Υιό και στο ¶γιο Πνεύμα (από τη θεία λειτουργία)
2) Έφαγε μια γροθιά στο δοξαπατρί και είδε τον ουρανό σφοντύλι!.

Κ4
13
δόξα σοι = δόξα σε σένα

1) Δόξα σοι Κύριε δόξα σοι = Δόξα σε σένα Κύριε δόξα σε σένα
2) Δόξα σοι ο Θεός = (Δόξα σε σένα Θεέ), δόξα νά ‘χει ο Θεός, δόξα τω Θεώ
3) Δόξα σοι τω δείξαντι το φως = Δόξα σε σένα που έδειξες το φως 
(από τη θεία λειτουργία)

Κ4
13
δόξα τω Θεώ = δόξα να έχει ο Θεός

Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.

Κ4
9
δος ημίν σήμερον = δώσε μας σήμερα (Από την Κυριακή προσευχή)

τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον = δώσε μας το ψωμί το καθημερινό.

Κ4
14
δυνάμει = σύμφωνα με

Ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα δυνάμει του νόμου (= όπως απορρέει από την ισχύ του νόμου).

Κ2
3
δυνάμει, εν δυνάμει = δυνητικός, δυνητικά 

Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών

Κ2
3
ει χολώ παροικήσει  = αν κατοικήσεις κοντά σε χωλό (κουτσό)

Εί χολώ παροικήσει και σύ υποσκάζειν μαθήσει (Αν κατοικήσεις κοντά σε κουτσό και εσύ θα μάθεις να κουτσαίνεις) - Παροιμία για την επίδραση των κακών συναναστροφών, ανάλογη με την παροιμία: Ομιλίαι κακαί φθείρουσι ήθη χρηστά

Κ2
15
ειρήνη υμίν = (ειρήνη σε σας, φράση του Ευαγγελίου) = σταματήστε να τσακώνεστε ή να διαφωνείτε.

Παιδιά σταματήστε! Ειρήνη υμίν!

Κ3
9
Ειρήσθω εν παρόδω εν παρόδω = (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά

Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά). 
Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περί ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)

Κ2
10
έκαστος εφ' ω ετάχθη = Ο καθένας (εκεί όπου παρατάχθηκε) πρέπει να κάνει αυτό που ανέλαβε (ή αυτό που έχει χρέος να κάνει)

- Γιώργο, απορώ πώς τα βγάζεις πέρα με ένα τέτοιο έργο. Εγώ θα τα παρατούσα αμέσως!..- Τι να κάνουμε φίλε μου, έκαστοςεφ'ω ετάχθη.

Κ2
3
ελαφρά τη καρδία = χωρίς βάθος, χωρίς σοβαρή σκέψη, επιπόλαια

Πρέπει να αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις με περίσκεψη και όχι ελαφρά τη καρδία

Κ2
2
ελαφρά τη συνειδήσει = με ελαφριά τη συνείδηση, χωρίς τύψεις

Τον απέλυσε έτσι απλά. Ελαφρά τη συνειδήσει.

Κ2
11
ελέω Θεού = με την ευσπλαχνία του Θεού, με τη χάρη του Θεού

Ο βασιλιάς βασιλεύει ελέω Θεού.

Κ2
9
ελλείψει = με έλλειψη, λόγω έλλειψης

Το έργο σταμάτησε ελλείψει κονδυλίων

Κ2
2
εν (πλήρει) συγχύσει = σε πλήρη σύγχυση

Συνάντησα έναν Κώστα εν πλήρει συγχύσει.

Κ2
14
εν αγαστή συμπνοία = με θαυμαστή συμφωνία

Στο τέλος, κομματικοί φίλοι κι αντίπαλοι, εν αγαστή συμπνοία, διασκέδασαν όλοι μαζί στο καφενείο του χωριού.

Κ2
16
εν αγνοία = (σε άγνοια) = χωρίς γνώση

Ολα έγιναν εν αγνοία μου

Κ2
2
εν αδεία = σε άδεια, σε περίοδο άδειας

Εν αδεία, ο υπάλληλος δεν ασχολείται με υπηρεσιακά θέματα.

Κ2
5
εν αδίκω
εν δικαίω
= σε άδικο
= σε δίκαιο

Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο

Έχω τη γνώμη ότι αυτή τη φορά εσύ είσαι εν αδίκω.

Κ2
14
εν αδυναμία = σε αδυναμία

Εν αδυναμία όλοι μας χρειαζόμαστε βοήθεια.

Κ2
13
εν Αθήναις = στην Αθήνα

Εν Αθήναις, 20 Αυγούστου 2002 (γράφεται ακόμα από κάποιους σε επιστολές)

Κ2
12
εν ακινησία = σε ακινησία

Η επιφάνεια της λίμνης καθρέφτιζε τον ουρανό εν πλήρει ακινησία? φύλλο δεν κουνιόταν.

Κ2
16
εν άλλοις λόγοις
εν άλλαις λέξεσι
άλλοις λόγοις
= με άλλα λόγια

Αυτό που έκανες αντίκειται στους κανονισμούς? εν άλλοις λόγοις, θα τιμωρηθείς για την πράξη σου.

Κ2
11
εν αμύνη = σε άμυνα

Πυροβόλησε εν αμύνη.

Κ2
6
εν αμφιβόλω = σε αμφιβολία

Θέτω εν αμφιβόλω τους ισχυρισμούς σου (ΑΕ: τίθεμαι ες αμφίβολον).

Κ2
11
εν ανάγκη = στην ανάγκη, αν χρειαστεί

Κλείνουμε τώρα μια συγκεκριμένη ημερομηνία και εν ανάγκη την αλλάζουμε.

Κ2
3
εν αναμονή = σε αναμονή, αναμένοντας, περιμένοντας

Είμαστε εν αναμονή εξελίξεων = Αναμένουμε εξελίξεις

Κ2
2
εν ανεπαρκεία
εν επαρκεία
εν αφθονία
= σε ανεπάρκεια, ανεπαρκής, ανεπαρκώς 
= σε επάρκεια, επαρκής, επαρκώς
= σε αφθονία, αφθόνως, άφθονος

Υπάρχουν και πόροι που δεν είναι εν επαρκεία. Στους εν ανεπαρκεία πόρους ανήκει και το φάσμα συχνοτήτων στις ραδιοεπικοινωνίες. 
Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.

Κ2
2
εν ανέσει = με άνεση, άνετα
Κ2
15
εν αντιδιαστολή
προς
= σε αντιδιαστολή, ζεχωρίζοντας με αντιπαράθεση, σε αντίθεση

Εν αντιδιαστολή προς τον Γιώργο, ο Γιάννης είναι «αρνί».

Κ2
14
εν αντιθέσει (προς) = σε αντίθεση (με)

Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα.

Κ2
14
εν αντιθέσει φάσεως

εν φάσει

= σε αντίθεση φάσης, με αντίθετη φάση 

= σε φάση, με την ίδια φάση (στην Κυματική για κύματα και στην Ηλεκτρονική για σήματα)

Κατά τη συμβολή δυο καθαροτονικών ηχητικών κυμάτων έχουμε ενίσχυση όταν αυτά είναι εν φάσει και εξασθένηση όταν αυτά είναι εν αντιθέσει φάσεως.

Κ2
15
εν απαρτία = σε απαρτία = με αριθμό παρόντων ίσο ή μεγαλύτερο από εκείνον που απαιτείται κατ' ελάχιστον για τη λήψη έγκυρης απόφασης (σε συνέλευση ενός οργάνου)
Κ2
13
εν απογνώσει = σε απόγνωση, σε απελπισία, απελπισμένος

Ήταν ράκος μετά την αποτυχία. Κυριολεκτικά εν απογνώσει.

Κ2
15
εν αποδρομή = σε αποδρομή, σε αποχώρηση, στο φευγιό, προς το τέλος

Η διάγνωση του γιατρού ήταν «ίωση εν αποδρομή».

Κ2
2
εν αποστρατεία = σε αποστρατεία, απόστρατος

Είναι στρατηγός εν αποστρατεία.

Κ2
5
εν αποσυνθέσει = σε αποσύνθεση

Βρέθηκε ένα πτώμα εν αποσυνθέσει

Κ2
13
εν απουσία
εν τη απουσία
= κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν τη απουσία μου.

Κ2
16
εν αρμονία = σε αρμονία, αρμονικά
Κ2
16
εν αρχή
εν τέλει, εντέλει
= στην αρχή, καταρχήν, καταρχάς

Εν αρχή ην ο λόγος ... (από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02).

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;

Κ2
6
εν αταξία
εν τάξει, εντάξει
= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά
= σε τάξη, σωστά, κανονικά

Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.

Κ2
2
εν αφασία = σε αφασία, σε αδυναμία για ομιλία

Ειναι εν αφασία

Κ2
16
εν αφθονία
εν επαρκεία
εν ανεπαρκεία
= σε αφθονία, αφθόνως, άφθονος
= σε επάρκεια, επαρκής, επαρκώς
= σε ανεπάρκεια, ανεπαρκής, ανεπαρκώς

Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.
Υπάρχουν και πόροι που δεν είναι εν επαρκεία. Στους εν ανεπαρκεία πόρους ανήκει και το φάσμα συχνοτήτων στις ραδιοεπικοινωνίες.

Κ2
2
εν αχρηστία,
εν χρήσει
= σε αχρηστία
= σε χρήση
Η μέθοδος αυτή έχει, πλέον, περιπέσει σε αχρηστία.
Κ2
16
εν βοή κυμάτων = με βοή κυμάτων

Εν βοή κυμάτων αποκαλύπτουν τα μυστικά οι θάλασσες.

Κ2
16
εν βρασμώ ψυχής = σε ψυχική ταραχή, σε σύγχυση

Διέπραξε το έγκλημα εν βρασμώψυχής.

Κ2
2
εν γένει = γενικά

Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.

Κ2
4
εν γνώσει = σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας

Είμαι εν γνώσει των συνεπειών των ενεργειών μου.

Κ2
2
εν γωνία = στη γωνία

Ράβδος εν γωνία άρα βρέχει! (= υπάρχει ένα ραβδί στη γωνία, άρα βρέχει!). (Λέγεται σε περίπτωση που λέγονται ασυναρτησίες ή παράλογοι συλλογισμοί. Ανάλογο: άρες-μάρες κουκουνάρες!)

Κ2
16
εν δήμω = στο δήμο, δημοσίως

Τα εν οίκω μη εν δήμω = τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!

Κ2
2
εν διαζεύξει = σε διάζευξη, διαζευγμένος (-η), χωρισμένος (-η)

τελώ εν διαζεύξει: είμαι διαζευγμένος, είμαι χωρισμένος

Είθισται οι εν διαζεύξει κυρίες να λέγονται ζωντοχήρες!.

Κ2
16
εν διαλύσει = σε διάλυση, διαλελυμένος, διαλυμένος

Δέκα σταγόνες από το φάρμακο εν διαλύσει σε ένα ποτήρι νερό.
Η νέα κυβέρνηση παρέλαβε ένα κράτος εν διαλύσει.

Κ2
16
εν διανοία = στη διάνοια, στον νου, στο μυαλό

Αμάρτημα εν λόγω, έργω ή διανοία.

Κ2
13
εν διαστάσει = σε διάσταση, σε διακοπή της συμβίωσης

Το ζεύγος θα είναι εν διαστάσει ώσπου να βγει το διαζύγιο.

Κ2
14
εν διεγέρσει
εν ηρεμία
= σε διέγερση, ενεργός 
= σε ηρεμία, ανενεργός
 

Ο ηλεκτρονόμοςρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

Κ2
15
εν δικαίω
εν αδίκω
= σε δίκαιο 
= σε άδικο

Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο.

Το δικαστήριο θα κρίνει ποιος είναι εν δικαίω και ποιος εν αδίκω.

Κ2
14
εν διωγμώ = σε διωγμό, σε καταδίωξη

Ευνοούνταν μόνο οι ομοϊδεάτες του? όλοι οι υπόλοιποι ήταν εν διωγμώ.

Κ2
16
εν δράσει = σε δράση, ενεργός

Ολη η ομάδα εν δράσει!

Κ2
2
εν δυνάμει, δυνάμει = δυνητικός, δυνητικά 

Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών

Κ2
3
εν εγρηγόρσει εν υπνώσει, 
εν ύπνοις
= στον ξύπνο, ξυπνητά 
= σε ύπνωση, στον ύπνο, υπνωτισμένα
Εν υπνώσει αποκαλύπτονται περισσότερα από όσα εν εγρηγόρσει
Κ2
2
εν είδει = με τη μορφή, σαν, ως (είδος=μορφή)

Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο εν είδει στρόβου (= σαν σβούρα)

Κ2
6
εν ειρήνη = σε ειρήνη, ειρηνικά, με ειρήνη

Πορεύου εν ειρήνη = προχώρα ειρηνικά, πήγαινε με γαλήνη στην ψυχή (από το Ευαγγέλιο)

Κ2
13
εν εκκλησίαις = σε εκκλησίες, σε συναθροίσεις

Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν (από τη Θεία λειτουργία).

Κ4
16
εν εκκρεμότητι = σε εκκρεμότητα
Κ2
16
εν εκτάσει,
εν περιλήψει
= σε έκταση, εκτεταμένα
= σε περίληψη, περιληπτικά

Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν ενπεριλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει

Κ2
2
εν Ελλάδι = στην Ελλάδα
Κ2
12
εν εναντία περιπτώσει = σε ενάντια περίπτωση, σε αντίθετη περίπτωση, αντιθέτως

Εν εναντία περιπτώσει, θα έχουμε σύγκρουση

Κ2
2
εν ενεργεία = σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}

Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη

Κ2
5
εν ενί λόγω = με μια λέξη, συνοπτικά

Εν ενί λόγω, αποτυχία.

Κ2
5
εν ενί στόματι = με ένα στόμα, όλοι μαζί

Απάντησαν ταυτόχρονα εν ενί στόματι.

Κ2
9
εν εξάλλω καταστάσει = σε έξαλλη κατάσταση, έξαλλος, έξω φρενών

Είδα έναν Πέτρο εν εξάλλω καταστάσει? με το ζόρι τον κρατούσαν να μην ορμήσει και τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά.

Κ2
15
εν εξάρσει = σε έξαρση, σε έντονη κλιμάκωση, σε φούντωμα

Ο εθνικισμός και η ξενοφοβία είναι εν εξάρσει και σήμερα.

Κ2
16
εν εξελίξει = σε εξέλιξη

Το φαινόμενο είναι ακόμα εν εξελίξει.

Κ2
12
εν επαρκεία
εν ανεπαρκεία
εν αφθονία
= σε επάρκεια, επαρκής, επαρκώς
= σε ανεπάρκεια, ανεπαρκής, ανεπαρκώς 
= (σε αφθονία) = αφθόνως, άφθονος

Υπάρχουν και πόροι που δεν είναι εν επαρκεία. Στους εν ανεπαρκεία πόρους ανήκει και το φάσμα συχνοτήτων στις ραδιοεπικοινωνίες. 
Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.

Κ2
2
εν επιγνώσει = με επίγνωση, ενσυνείδητα

Φέρθηκε έτσι εν επιγνώσει του τι θα επακολουθούσε.

Κ2
13
εν επιφυλακή = σε επιφυλακή, σε ετοιμότητα για δράση

Όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής είναι εν επιφυλακή.

Κ2
15
εν εσχάτη ανάγκη = σε έσχατη ανάγκη, σε τελευταία ανάγκη
Κ2
16
εν εσχάτη περιπτώσει = σε έσχατη περίπτωση, σε τελευταία περίπτωση
Κ2
16
εν έτει = στο έτος, τη χρονιά

Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!

Κ2
2
εν ευθέτω χρόνω = (σε εύθετο χρόνο) = σε κατάλληλο χρόνο, αργότερα

Θα ασχοληθούμε και με αυτό εν ευθέτωχρόνω

Κ2
2
εν ευθυμία = σε ευθυμία

Όταν πήγα εγώ, η παρέα ήδη τελούσε εν ευθυμία.

Κ2
16
εν εφεδρεία = σε εφεδρεία

Μετά την απόλυσή του ο στρατιώτης τελεί εν εφεδρεία για πολλά χρόνια, η κατάσταση της οποίας ενδεικνύεται από το χρώμα του απολυτηρίου του.

Κ2
15
εν ζωή = στη ζωή, όντας ζωντανός

Είναι εφτά αδέρφια, όλα εν ζωή
Έκαμε το κτήμα δωρεά εν ζωή στα παιδιά του

Κ2
6
εν η περιπτώσει, εν περιπτώσει = σε περίπτωση που, αν τύχει και, αν συμβεί να

Εν η περιπτώσει εμφανιστεί ο Γιώργος, τί κάνουμε;

Κ2
5
εν ηρεμία
εν διεγέρσει
= σε ηρεμία, ανενεργός
= σε διέγερση

Ο ηλεκτρονόμοςρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.

Κ2
15
εν θαλάσση = στη θάλασσα
Κ2
16
εν θερμώ

εν ψυχρώ

= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα) 

= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση

Αντίδραση με θειικό οξύ εν θερμώ
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

Κ2
2
εν ιατρείω = στο ιατρείο

Επίσκεψη εν ιατρείω {χαρακτηρισμός επίσκεψης ασθενούς στο ιατρείο του γιατρού}.

Κ2
15
εν ισχύι = σε ισχύ, σε εφαρμογή, ισχύων (ισχύουσα, ισχύον)

Κάθε κοινοτικό νομοθέτημα τίθεται επίσημα εν ισχύι σε κάθε κράτος μέλος (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με την έκδοση αντίστοιχου εναρμονιστικού εθνικού νομοθετήματος.

Το εν ισχύι νομικό καθεστώς (= το ισχύον νομικό καθεστώς).

Κ2
15
εν καιρώ = αργότερα, κάποτε (στο μέλλον)

Θα τα πούμε εν καιρώ.

Κ2
2
εν καιρώ ειρήνης,

εν καιρώ πολέμου

= σε καιρό ειρήνης, σε περίοδο ειρήνης, στην ειρήνη

= σε καιρό πολέμου, σε περίοδο πολέμου, στον πόλεμο.

Κ2
14
εν καιρώ τω δέοντι = όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή

Το ζήτημα που έθεσες θα συζητηθεί εν καιρώτωδέοντι.

Κ2
2
εν καταδύσει = σε κατάδυση, βυθισμένος

Το υποβρύχιο διάσχισε τη διώρυγα εν καταδύσει.

Κ2
2
εν κατακλείδι = τελειώνοντας, κλείνοντας 
(κατακλείδα = τελευταίο μέρος του λόγου, επίλογος)

Εν κατακλείδι, όπως έχουν τα πράγματα, η λύση είναι δύσκολη.

Κ2
9
εν κενώ = σε κενό (αέρος), απουσία αέρος
= χωρίς φορτίο, χωρίς φόρτο (τεχνολογία)

Ηλεκτρική εκκένωση εν κενώ.
Η μηχανή κάνει περισσότερο θόρυβο όταν λειτουργεί υπό φορτίο από όσον όταν λειτουργεί εν κενώ.

Κ2
14
εν κινδύνω = σε κίνδυνο, κινδυνεύοντας
θέτω εν κινδύνω = θέτω σε κίνδυνο, διακινδυνεύω

Όχι μόνο η φύση, αλλά και η ανθρώπινη φύση σήμερα είναι εν κινδύνω.
Με αυτόν τον τρόπο θέτεις ενκινδύνωτη σωματική σου ακεραιότητα.

Κ2
2
εν κινήσει = σε κίνηση

Δεν πρέπει να μετακινούνται οι επιβάτες όταν το όχημα είναι ενκινήσει.

Κ2
2
εν κρυπτώ = κρυφά, στα κρυφά

εν κρυπτώ και παραβύστω = απόκρυφα και μυστικά (παράβυστος = απόμερος, απόκρυφος, μυστικός)

Ούτε που το πήρε κανένας είδηση. Όλα έγιναν ενκρυπτώκαιπαραβύστω

Κ2
2
εν λειτουργία = σε λειτουργία

Όλος ο εξοπλισμός είναι εν λειτουργία.

Κ2
14
εν λεπτομερεία = με λεπτομέρειες, λεπτομερώς, λεπτομερειακά
Κ2
16
εν λευκώ = (με λευκή - ανύπαρκτη - δέσμευση) = ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρίς όρους

Σε εξουσιοδοτώ εν λευκώ να χειριστείς το θέμα όπως νομίζεις

Κ2
2
εν λόγω = ο περί ου ο λόγος, ο υπόψη

ο εν λόγω υπάλληλος είναι σε κανονική άδεια

Κ2
5
εν μέρει
εν όλω, 
εν συνόλω, 
εν τω συνόλω
= ως μέρος, μερικώς 
= ως σύνολο, συνολικά

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει
Έχεις εν μέρει δίκιο.

Κ2
4
εν μέση οδώ = στη μέση του δρόμου, καταμεσής του δρόμου
Κ2
15
εν μέσω, εν τω μέσω = στη μέση, ανάμεσα σε, μέσα σε, περιστοιχιζόμενος από

Με τέτοιο πόλεμο που το έκαναν αισθανόταν σαν πρόβατοεν μέσωλύκων. κατάβηκε από το αεροπλάνο και προχώρησε εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Χαιρέτησε εν μέσω ζητωκραυγών. Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός (τροπάριο).

Κ2
16
εν μέτρω = με μέτρο, με περίσκεψη, λελογισμένως

Παρακαλώ, όλες οι εκδηλώσεις σας να είναι εν μέτρω? χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολές.

Κ2
15
εν μιά νυκτί = μέσα σε μια νύχτα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα

¶λλαξε γνώμη εν μιά νυκτί (Σχόλιο: το «μιά» παίρνει τόνο γιατί είναι δισύλλαβο)

Κ2
5
εν οίκω = μέσα στο σπίτι, στο σπίτι

Τα εν οίκω μη εν δήμω.= τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!

Κ2
2
εν οις = ανάμεσα στους οποίους

Πολλοί από τους διαφωνούντες, εν οις και ο Γιώργος, σηκώθηκαν κι έφυγαν.

Κ2
4
εν ολίγοις = με λίγα λόγια

Εν ολίγοις, αυτά είχα να πω.

Κ2
2
εν όλω
εν μέρει
= ως σύνολο, συνολικά
= ως μέρος, μερικώς

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει
Έχεις εν μέρει δίκιο.

Κ2
4
εν ομονοία = με ομόνοια, μονοιασμένοι, με συμφιλίωση, συμφιλιωμένοι

Οι διαλεγόμενοι συζητούσαν ήρεμα εν ομονοία και συναινέσει.

Κ2
16
εν ονείρω
ως εν ονείρω
= σε όνειρο, μέσα σε όνειρο
= σαν σε όνειρο, μακριά από την πραγματικότητα, αχνά και απροσδιόριστα

Πέρασαν μπροστά από τα μάτια του σκηνές αχνές κι ασύνδετες? ως εν ονείρω.
όνειρο εν ονείρω = κατάσταση στην οποία βλέπει κανένας όνειρο μέσα σε όνειρο.

Κ2
16
εν ονόματι = στο όνομα, βάσει, δυνάμει

Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε!

Κ2
6
εν όπλοις = (στα όπλα) = στο στρατό

Γειάσου συνάδελφε εν όπλοις

Κ2
6
εν όσω = ενόσω  = εφόσον, για όσο

Ενόσω ήσουν εσύ παρών, δεν είχα πρόβλημα.

Κ1
4
εν ουδεμιά περιπτώσει = σε καμιά περίπτωση δεν, ποτέ δεν

Μην το συζητάς. Εν ουδεμιά περιπτώσει θα υποκύψω

Κ2
3
εν όψει = εν αναμονή, σε αναμονή, περιμένοντας
= σε θέση ορατότητας

Γυαλίσαμε το σύμπαν εν όψει της επιθεώρησης του στρατηγού.

Εχθρός εν όψει !

Κ2
2
εν παντί και πάντοτε = σε κάθε περίπτωση. 

Ξέρεις πόσο είμαι σταθερός στην άποψή μου. Θα την υποστηρίζω ενπαντίκαιπάντοτε.

Κ2
3
εν παντί καιρώ,
εν πάση ώρα
= οποτεδήποτε
Κ2
16
εν παραλλήλω,
εν σειρά
= παράλληλα 
= σε σειρά
(τρόπος σύνδεσης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή διατάξεων, σε μεταξύ τους σχέση ή σε σχέση με άλλα στοιχεία ενός ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού κυκλώματος)

Σύνδεση αντιστάσεων εν παραλλήλω {μεταξύ τους}. Σύνδεση αμπερομέτρου ενσειρά {με πηγή ή άλλο στοιχείο σε κλάδο κυκλώματος}

Κ2
13
εν παρόδω = (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά

Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά). Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περι ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)

Κ2
10
εν πάση ειλικρινεία = με κάθε ειλικρίνεια
Κ2
16
εν πάση περιπτώσει = τέλος πάντων, ό,τι κι αν γίνει, πάντως 

Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά σου να έχεις τη γνώμη σου.

Κ2
2
εν πενία = σε φτώχεια, φτωχά

Ζει εν πενία.

Κ2
16
εν πεποιθήσει = με πεποίθηση, πεπεισμένος

Είμαι εν πλήρει πεποιθήσει ότι το πραγματικό γεγονός δεν έγινε έτσι.

Κ2
16
εν περιλήψει, εν εκτάσει = σε περίληψη, περιληπτικά 
= σε έκταση, εκτεταμένα
Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν ενπεριλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει
Κ2
2
εν περιπτώσει, εν η περιπτώσει = σε περίπτωση που, αν τύχει και, αν συμβεί να

Εν η περιπτώσει εμφανιστεί ο Γιώργος, τί κάνουμε;

Κ2
5
εν περισσεία = με περίσσεια (+γεν.)

Η αντίδραση γίνεται με θειικό οξύ εν περισσεία (... με περίσσεια θειικού οξέος)

Κ2
2
εν πλείστοις = με πάρα πολλούς

Εν πλείστοις όσοις λόγοις

Κ2
16
εν πλήρει εξαρτύσει = με πλήρη εξάρτυση, με όλα τα ατομικά είδη του στρατιώτη, με όλα τα συμπράγκαλα

Η μονάδα έκαμε πορεία 20 χλμ. εν πλήρει εξαρτύσει

Κ2
16
εν πλήρει συνειδήσει = με πλήρη συνείδηση

Έκαμε ό,τι έκαμε εν πλήρει συνειδήσει

Κ2
14
εν πλω = κατά τον πλου, κατά τη διάρκεια της πλεύσης, πλέοντας

Εν πλω προς Περαιά = Πλέοντας προς τον Πειραιά. Το συμβάν έγινε εν πλω.
Εν πλω, 21 Μαρτίου 2002 = Όντας σε πλοίο, 21 Μαρτίου 2002 (σε επιστολή).

Κ2
12
εν πνεύματι = με πνεύμα, πνευματικά

Πνεύμα ο Θεός και τοις προσκυνούσιν Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν (από το Ευαγγέλιο).

Κ3
16
εν πολεμική διαθεσιμότητι = σε πολεμική διαθεσιμότητα, διαθέσιμος σε περίπτωση πολέμου
Κ2
15
εν πολέμω = σε πόλεμο, στον πόλεμο

Οι μαρτυρίες των στρατιωτών αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου? την εικόνα του ανθρώπου εν πολέμω.

Κ2
16
εν πολλαίς αμαρτίαις = (σε πολλές αμαρτίες)

Θεωρείται από πολλούς ως εν πολλαίςαμαρτίαιςπεριπεσούσαγυνή (λέγεται ως παραλληλισμός προς την Μαγδαληνή για να υποδηλώσει «μετανοημένον άνθρωπο», ανάλογο προς το «μετανοούσα Μαγδαληνή»)

Κ4
2
εν πολλοίς = ανάμεσα σε πολλά (άλλα)

Εν πολλοίς, συνέβη και ένα ατύχημα.

Κ2
2
εν πομπή και παρατάξει = (με πομπή και παράταξη) = πανηγυρικά, με επισημότητα

Οι καλεσμένοι τον υποδέχτηκαν εν πομπή και παρατάξει.

Κ2
10
εν προκειμένω = επί του προκειμένου = σχετικά με αυτό που λέμε, σχετικά με το θέμα μας

Εν προκειμένω, ποια είναι η γνώμη σου;

Κ2
6
εν πρώτοις = πρώτα-πρώτα, καταρχήν, καταρχάς

Εν πρώτοις, εγώ δεν μίλησα σε σένα!

Κ2
4
εν πτήσει = κατά τη διάρκεια πτήσης, πετώντας

Γευματίσαμε δύο φορές εν πτήσει ώσπου να φτάσουμε στην Αθήνα.
«Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο ίδιος ο υπουργός ήταν εν πτήσει προς τη Λευκωσία...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02)

Κ2
2
εν ριπή οφθαλμού = (με το ρίξιμο του βλέμματος, σε μια ματιά) = αστραπιαία

Αντέδρασε εν ριπή οφθαλμού

Κ2
2
εν σειρά,
εν παραλλήλω
= σε σειρά
= παράλληλα 
(τρόπος σύνδεσης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή διατάξεων, σε μεταξύ τους σχέση ή σε σχέση με άλλα στοιχεία ενός ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού κυκλώματος)

Σύνδεση αντιστάσεων εν σειρά. Σύνδεση βολτομέτρου ενπαραλλήλω

Κ2
13
εν σοφία = με σοφία, σοφά

(Ο Θεός) πάντα εν σοφία εποίησε = (ο Θεός) κατασκεύασε σοφά τα πάντα.

Κ2
11
εν σπέρματι = σε σπέρμα, ως σπέρμα, ως σπόρος, σε αρχικό στάδιο

Υπάρχει εν σπέρματι η αμφιβολία στην όλη υπόθεση, άσχετα από το ποια τροπή θα πάρει. 

Κ2
16
εν σπουδή = (σε σπουδή, βιασύνη) = βιαστικά, γρήγορα-γρήγορα, μάνι-μάνι

Αποκρίθηκε εν σπουδή, σαν να τον κυνηγούσαν

Κ2
2
εν στάσει = (σε στάση) = σταματημένος, στάσιμος

Το ένα από τα αυτοκίνητα που συγκρούστηκαν ήταν ενστάσει

Κ2
2
εν στενώ κύκλω
εν κλειστώ κύκλω
= σε στενό κύκλο, σε κλειστό κύκλο, σε περιορισμένο αριθμό ανθρώπων

Ο γάμος τους έγινε εν στενώ οικογενειακώ κύκλω.

Κ2
15
εν στολή = με στολή, ένστολος

Ήταν εκεί τρεις αξιωματικοί εν στολή και δυο άλλοι με πολιτικά

Κ2
6
εν στύσει = σε στύση

Ο φαλλός ήταν ομοίωμα ανδρικού γεννητικού μορίου εν στύσει και αποτελούσε σύμβολο της γονιμότητας.

Κ2
16
εν συγκρίσει με,
εν συγκρίσειι προς
= σε σύγκριση με

Όταν το α είναι πολύ μεγαλύτερο εν συγκρίσει με το β το πηλίκο β/α είναι πρακτικά αμελητέα ποσότητα.

Κ2
16
εν συμπεράσματι = (σε συμπέρασμα) = συμπερασματικά
Κ2
16
εν συνδυασμώ = σε συνδυασμό, σε σύνδεση 

Το γραπτό του εν συνδυασμώ και με την προφορική του απόδοση δείχνει πολύ συγκροτημένο μαθητή.

Κ2
16
εν συνεχεία = στη συνέχεια, αμέσως μετά 

Εν συνεχεία, εκφωνήθηκε ο πανηγυρικός της ημέρας

Κ2
2
εν συνόλω, 
εν τω συνόλω
= σε σύνολο, ως σύνολο, συνολικά

Εν τω συνόλω του το βιβλίο ήταν πολύ ενδιαφέρον.

Κ2
16
εν συνόψει = σε περίληψη, συνοπτικά, περιληπτικά, συνοψίζοντας

Εν συνόψει, η υπόθεση ήταν φιάσκο.

Κ2
13
εν συντομία = (σε συντομία) = σύντομα (= με σύντομο τρόπο)

Η όλη περιγραφή έγινε εν συντομία

Κ2
2
εν συντομογραφία = σε συντομογραφία, συντομογραφημένος, συντομογραφημένα

Το Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας, εν συντομογραφία: ΕΛΚΕΠΑ, δεν υπάρχει σήμερα.

Κ2
15
εν σχέσει = σε σχέση

Εσύ έχεις πολύ λιγότερες υποχρεώσεις εν σχέσει με εμένα.

Κ2
11
εν σώματι = (σαν ένα σώμα) = σύσσωμα, όλοι μαζί, σύσσωμος

Ολόκληρο το ΔΣ πήγε εν σώματι στο Υπουργείο.
Τον υποδέχτηκε το Υπουργικό Συμβούλιο εν σώματι.

Κ2
14
εν τάξει, εντάξει
εν αταξία
= (στην τάξη) = τακτοποιημένος, σωστός, κανονικός (επίθ. και επίρρ.)
= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά

Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.

Κ2
2
εν ταυτώ = και τα δύο μαζί (σε ένα)
Κ2
16
εν τάφω = στον τάφο, στο μνήμα

Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ...= Εσύ που είσαι η ζωή σε τάφο τοποθετήθηκες, Χριστέ ... (από τη λειτουργία των Παθών)

Κ4
13
εν τάχει = (στα) γρήγορα, ταχέως

Πες ό,τι έχεις να πεις εν τάχει

Κ2
2
εν τέλει, εντέλει
εν αρχή
= στο τέλος, τελικά ή για να τελειώνουμε
= στην αρχή 

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;
Εν αρχή ην ο λόγος = στην αρχή υπήρχε ο λόγος (από το Ευαγγέλιο)

Κ2
6
εν τελευταία αναλύσει = σε τελευταία ανάλυση, τέλος πάντων, για να τελειώνουμε

Εν τελευταία αναλύσει, η ευθύνη είναι δική σου.

Κ2
16
εν τη απουσία
εν απουσία
= κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν τη απουσία μου.

Κ2
11
εν τη αφελεία = στην αφέλεια (απλότητα, απλοϊκότητα, αγαθοσύνη ...)

Εν τη αφελεία του αποκάλυψε το μυστικό.

Κ2
16
συνεχίζεται