Ο Wittgestein ερευνά σ' αυτό το έργο τις δυνατότητες της σκέψης σε σχέση με τις δυνατότητες της γλώσσας. Ξεκινώντας από τη λογική δομή των προτάσεων και τη φύση των λογικών συμπερασμάτων καταλήγει σε μία θεωρία της γνώσης, στα θεμέλια της ψυχολογίας και της ηθικής και, τελικά, στο πρόβλημα του μυστικισμού.
Με τις προεργασίες γι' αυτό το έργο ξεκίνησε ο Wittgestein ήδη πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η καταγραφή του ολοκληρώθηκε το 1918 και δημοσιεύτηκε στα γερμανικά το 1921 στο περιοδικό Annalen der Naturphilosophie με εισήγηση του B. Russell. Το 1922 κυκλοφόρησε μία δίγλωσση έκδοση αυτού του έργου, αγγλικά και γερμανικά, με μία εισαγωγή του B. Russell. Τις μεταγενέστερες εργασίες του Wittgestein θεωρούσε όμως ο Russell απογοητευτικές και γενικότερα τον θεωρούσε πολύ παράξενο. Σε μία επιστολή του στις 26-1-63 γράφει ο Russell τα εξής:
"Οι Whiteheads κάλεσαν με προτροπή μου τον Wittgestein για τσάι. Ο Wittgestein ήρθε και άρχισε, όπως το συνήθιζε, να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι σιωπηλός. Τελικά ανακοίνωσε με στόμφο, χωρίς να ερωτηθεί: «'Ενα θεώρημα έχει δύο πόλους, ονομάζονται α και β». Ο Whitehead τον ρώτησε φυσικά: «Τι είναι τα α και β;», οπότε ο Wittgestein απάντησε πανηγυρικά:«Είναι απροσδιόριστα» "
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι ο Whitehead, όπως γράφει ο Russell, δεν μελέτησε ποτέ του κείμενα του Wittgestein. Το Tractatus logico-philosophicus είναι ένα πολύ στριφνό κείμενο, το οποίο όχι μόνο μεταφράζεται δύσκολα, αλλά και διαβάζεται μόνο από ανθρώπους που διαθέτουν την απαραίτητη προπαίδεια. Ο ίδιος ο Wittgestein γράφει στον πρόλογο ότι το έργο του αυτό θα καταλάβουν πιθανόν μόνο εκείνοι που έκαναν ήδη από μόνοι τους ίδιες ή όμοιες σκέψεις.